διασέλα

η
το διάσελλο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αδιάσελος — η, ο [διάσελο] (για ορεινές περιοχές) αυτός που δεν έχει διάσελα, δηλαδή περάσματα, διόδους …   Dictionary of Greek

  • πολυαύχενος — η, ο / πολυαύχενος, ον, ΝΜΑ αυτός που έχει πολλούς αυχένες νεοελλ. φρ. «πολυαύχενο όρος» βουνό με πολλούς αυχένες, πολλά διάσελα αρχ. φρ. «πολυαύχενον αἷμα» αίμα που προέρχεται από τη σφαγή πολλών αυχένων. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + αύχενος (<… …   Dictionary of Greek

  • αδιάσελος — η, ο αυτός που δεν έχει διάσελα, περάσματα: Από τη μεριά εκείνη το βουνό είναι αδιάσελο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διάσελο — το μονοπάτι ανάμεσα σε δύο λόφους ή σε κορυφές ενός βουνού, το δερβένι: Πολλές μάχες δόθηκαν στα διάσελα της Πίνδου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.